Τα ζηλιάρικά σου μάτια μ’ έχουνε τρελάνει
δε λογάριασα παλάτια σκλάβο μ’ έχουν κάνει
Μαραζώνω σαν το κεράκι λιώνω
με παιδεύεις γιατί δε μ’ αγαπάς
Σε αγάπησα στ’ αλήθεια και για σένα κλαίγω
έχω φλόγα μες στα στήθια άκου που στο λέω
σ’ αγναντεύω, σε λατρεύω
μην κακιώνεις γιατί θα τρελαθώ
Είναι κρίμα να μ’ αφήνεις μόνος μου να λιώνω
μαύρη συντροφιά μου δίνεις μοναχά τον πόνο
η ματιά σου η άσπλαχνη καρδιά σου
μου `χει πάρει το δόλιο μου μυαλό
Το τραγούδι «Τα ζηλιάρικά σου μάτια» δεν είναι απλώς μια ακόμα επιτυχία του Μάρκου Βαμβακάρη, αλλά ένα κομμάτι που συμπυκνώνει όλη την αισθητική και το συναίσθημα του κλασικού ρεμπέτικου της δεκαετίας του '30.
Η Ιστορία και το Πλαίσιο
Γύρω στο 1938, ο Μάρκος Βαμβακάρης βρίσκεται στην απόλυτη δημιουργική του ακμή. Έχοντας ήδη καθιερώσει το μπουζούκι στη δισκογραφία, γράφει τραγούδια που μιλούν απευθείας στην ψυχή του λαϊκού κόσμου. Το συγκεκριμένο κομμάτι ηχογραφείται σε μια εποχή που το ρεμπέτικο αρχίζει να βγαίνει από το περιθώριο και να γίνεται ευρύτερα αποδεκτό, παρά τη λογοκρισία της εποχής (δικτατορία Μεταξά).
Η Αφήγηση και οι Στίχοι
Το τραγούδι είναι ένας ερωτικός θρήνος, δοσμένος όμως με την περηφάνια και τη δωρικότητα του Μάρκου. Ο ήρωας απευθύνεται σε μια γυναίκα που τον έχει μαγέψει με το βλέμμα της («ζηλιάρικά σου μάτια»), αλλά ταυτόχρονα τον βασανίζει.
Το Παράπονο: Ο στίχος «Με παιδεύεις γιατί δεν μ' αγαπάς» εκφράζει την αιώνια πάλη του ανεκπλήρωτου έρωτα.
Το Μαράζι: Η λέξη «μαράζι» που χρησιμοποιεί ο Βαμβακάρης περιγράφει την εσωτερική φθορά, μια μελαγχολία που μόνο η μουσική του μπουζουκιού μπορεί να απαλύνει.
Η Μουσική Ταυτότητα
Μουσικά, το τραγούδι είναι ένα στρωτό χασάπικο. Η εισαγωγή με το μπουζούκι του Μάρκου είναι εμβληματική — απλή, στιβαρή και αμέσως αναγνωρίσιμη.
Στην πρώτη ηχογράφηση, η φωνή του Μάρκου (που είναι πιο τραχιά και βαθιά) σμίγει με τη «βελούδινη» και πιο ψιλή φωνή του Στράτου Παγιουμτζή. Αυτός ο συνδυασμός των δύο φωνών δημιούργησε ένα πρότυπο για το πώς πρέπει να ερμηνεύεται το ρεμπέτικο: με ειλικρίνεια και χωρίς περιττά στολίδια.
Γιατί θεωρείται κλασικό;
Το τραγούδι κατάφερε να επιβιώσει μέσα στις δεκαετίες γιατί είναι αρχετυπικό. Δεν μιλάει για μια συγκεκριμένη γυναίκα ή ένα συγκεκριμένο περιστατικό, αλλά για το ίδιο το συναίσθημα της ζήλειας και της ερωτικής υποταγής.
Ακόμα και σήμερα, σχεδόν 90 χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία, παραμένει σταθερό στο ρεπερτόριο κάθε λαϊκού σχήματος. Μεγάλες προσωπικότητες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και ο Γιώργος Νταλάρας το κράτησαν ζωντανό, μεταφέροντάς το στις νεότερες γενιές, αποδεικνύοντας ότι η «δύναμη» του Μάρκου παραμένει αναλλοίωτη στον χρόνο.
Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για τη ζωή του "Πατριάρχη" του ρεμπέτικου στην αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη.