Συννεφιασμένη Κυριακή,
μοιάζεις με την καρδιά μου
που έχει πάντα συννεφιά,
Χριστέ και Παναγιά μου.
Όταν σε βλέπω βροχερή,
στιγμή δεν ησυχάζω.
μαύρη μου κάνεις τη ζωή,
και βαριαναστενάζω.
Είσαι μια μέρα σαν κι αυτή,
που ‘χασα την χαρά μου.
συννεφιασμένη Κυριακή,
ματώνεις την καρδιά μου.
Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» θεωρείται από πολλούς το σπουδαιότερο τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη και ένας άτυπος «εθνικός ύμνος» της ελληνικής λαϊκής μουσικής. Το τραγούδι γράφτηκε κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, πιθανότατα την περίοδο 1943-1944 στη Θεσσαλονίκη, και ολοκληρώθηκε στην Αθήνα το 1947-1948. Ο ίδιος ο Τσιτσάνης είχε δηλώσει ότι η πηγή της έμπνευσής του ήταν οι τραγικές εικόνες της πείνας, των εκτελέσεων και της απελπισίας που βίωνε ο ελληνικός λαός τότε. Λέγεται ότι ο αρχικός τίτλος που είχε στο μυαλό του ο δημιουργός ήταν «Ματωμένη Κυριακή», λόγω των αιματηρών γεγονότων της εποχής, αλλά τελικά επικράτησε ο τίτλος «Συννεφιασμένη Κυριακή».
Η πρώτη ηχογράφηση έγινε στις 11 Αυγούστου 1948 με ερμηνευτές τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και τη Σωτηρία Μπέλλου. Το 1954 ηχογραφήθηκε ξανά από τη Μαρίκα Νίνου και τον ίδιο τον Τσιτσάνη. Αργότερα ακολούθησαν δεκάδες άλλες εκτελέσεις από καλλιτέχνες όπως ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και ο Γιώργος Νταλάρας.
Η πατρότητα των στίχων αποτέλεσε αντικείμενο διαμάχης. Ο Αλέκος Γκούβερης υποστήριζε ότι είχε γράψει μέρος των στίχων, κάτι που ο Τσιτσάνης παραδέχτηκε αργότερα, δίνοντάς του ένα ποσοστό στα πνευματικά δικαιώματα. Επίσης, ορισμένοι μελετητές έχουν επισημάνει μουσικές ομοιότητες της μελωδίας με το βυζαντινό κοντάκιο «Τη Υπερμάχω». Η συσχέτιση αυτή αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα στη μουσικολογική ανάλυση του έργου του Βασίλη Τσιτσάνη. Ο μουσικολόγος Νίκος Ορδουλίδης έχει εκδώσει σχετικό βιβλίο με τίτλο «Συννεφιασμένη Κυριακή και Τη Υπερμάχω – Καθρέφτισμα ή Αντικατοπτρισμός;», όπου αναλύει τη δομή των δύο μελωδιών. Η έρευνα εξετάζει αν το τραγούδι είναι μια «προβολή του γενετικού κώδικα» της ελληνικής μουσικής παράδοσης. Σε συνεντεύξεις του ωστόσο (όπως στον δημοσιογράφο Γιώργο Πηλιχό), ο ίδιος ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν επιφυλακτικός ή και αρνητικός. Δήλωνε «ακκλησίαστος» και υποστήριζε ότι δεν γνώριζε βυζαντινή μουσική, τονίζοντας ότι η μελωδία του ήταν πρωτότυπη. Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι η ομοιότητα δεν οφείλεται σε συνειδητή αντιγραφή, αλλά στο γεγονός ότι ο Τσιτσάνης, μεγαλώνοντας στα Τρίκαλα, είχε εσωτερικεύσει τους ήχους και τα ακούσματα της βυζαντινής υμνολογίας, τα οποία βγήκαν υποσυνείδητα στη σύνθεσή του. Η ομοιότητα εντοπίζεται κυρίως στις πρώτες νότες και την κλιμάκωση της μελωδίας, η οποία ακολουθεί ένα μοτίβο που θυμίζει τον επιβλητικό και «θρησκευτικό» τόνο του ύμνου. Αυτή η σύνδεση ενισχύει τον χαρακτηρισμό της «Συννεφιασμένης Κυριακής» ως ενός τραγουδιού που συνδέει το λαϊκό αίσθημα με τη βαθύτερη πολιτισμική και θρησκευτική παράδοση του ελληνισμού.