Μεσ΄ στη χασάπικη αγορά ένα χασαπάκι
Με την ελίτσα και τα φρίδια τα σμιχτά
Όταν με βλέπει και περνάω από μπροστά του
Τη μαχαιρίτσα του στο κούτσουρο χτυπά
Τα μάγουλα του κοκκινίζουν και με σφάζουν
Η όμορφιά του μ' έχει κάνει σαν τρελή
Με γοητεύει με μαγεύει με παιδεύει
Τον έσυμπάθησα μανούλα μου πολύ
Έχει ένα μπόι λεβεντιά σαν τη λαμπάδα
Νά 'ξερες μάνα μου πολύ τον αγαπώ
Κι αν δεν το παρω να το ξέρεις θα χτικιάσω
Γι' αυτόνε μάνα μου στη μαύρη γη θα μπω
Το τραγούδι «Μες στη χασάπικη αγορά» είναι μια από τις πιο τρυφερές και αυθεντικές στιγμές του Μάρκου Βαμβακάρη, που μας μεταφέρει στην ατμόσφαιρα της παλιάς Αθήνας και του Πειραιά, εκεί όπου η καθημερινότητα του μόχθου μπλεκόταν με τον έρωτα.
Επιτρέψτε μου να σας διηγηθώ την ιστορία του:
Η Γέννηση και η Πρώτη Φωνή
Το τραγούδι γράφτηκε και ηχογραφήθηκε το 1947, σε μια εποχή που η Ελλάδα προσπαθούσε να βρει ξανά τον βηματισμό της μετά τον πόλεμο. Αν και το έγραψε ο «Πατριάρχης» του ρεμπέτικου, ο Μάρκος επέλεξε να το εμπιστευτεί σε μια γυναικεία φωνή. Η πρώτη εκτέλεση ανήκει στη μοναδική Στέλλα Χασκίλ, η οποία με τη βελούδινη και δωρική φωνή της έδωσε στο τραγούδι μια ιδιαίτερη αρχοντιά.
Η Ιστορία πίσω από τους Στίχους
Η αφήγηση του τραγουδιού είναι απλή αλλά γεμάτη εικόνες. Μια γυναίκα επισκέπτεται την αγορά, όχι μόνο για να ψωνίσει, αλλά για να δει έναν όμορφο νεαρό χασάπη. Ο Μάρκος περιγράφει με μοναδικό τρόπο τη γοητεία του «χασαπακιού»:
«Μες στη χασάπικη αγορά, που 'χει ο κόσμος φασαρία, είδα ένα χασαπάκι εγώ, μεγάλη ιστορία».
«Χτυπάει το μαχαίρι του πάνω στο κούτσουρό του, κι εγώ του κάνω χάζι εκεί, στέκομαι στο πλευρό του».
Είναι ένα τραγούδι που υμνεί την ομορφιά του καθημερινού ανθρώπου. Ο ήχος του μαχαιριού που χτυπά στο ξύλο γίνεται ο ρυθμός της καρδιάς της πρωταγωνίστριας, μετατρέποντας μια σκληρή δουλειά σε μια στιγμή ερωτικής γοητείας.
Η Μουσική Ατμόσφαιρα
Ο ρυθμός του είναι χασάπικος, αλλά έχει μια γλυκύτητα που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα «βαριά» ρεμπέτικα. Το μπουζούκι του Μάρκου συνοδεύει τη φωνή με τέτοιο τρόπο, που νιώθεις τη ζωντάνια και τον θόρυβο της αγοράς, αλλά ταυτόχρονα και την εσωτερικότητα του ερωτικού καημού.
Η Διαδρομή στο Χρόνο
Παρόλο που γεννήθηκε το 1947, το τραγούδι δεν ξεχάστηκε ποτέ. Η απλότητα και η ειλικρίνειά του το έκαναν αγαπητό σε κάθε γενιά. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, το τραγούδι «φρεσκαρίστηκε» μέσα από τη φωνή της Ελευθερίας Αρβανιτάκη και άλλων σύγχρονων ερμηνευτών, αποδεικνύοντας ότι ο Μάρκος Βαμβακάρης ήξερε να γράφει για τα αιώνια: τον έρωτα, τη λεβεντιά και την ομορφιά που κρύβεται στις πιο απλές στιγμές της ζωής.
Είναι, εν τέλει, ένα μουσικό πορτρέτο μιας εποχής που έχει περάσει, αλλά η συγκίνησή της παραμένει ζωντανή κάθε φορά που ακούγεται η πρώτη πενιά του.