
Η ζωή της Σωτηρίας Μπέλλου δεν ήταν απλώς μια καλλιτεχνική διαδρομή, αλλά ένα τραχύ, ασυμβίβαστο μυθιστόρημα που γράφτηκε με πόνο, αντρειοσύνη και μια φωνή που έμοιαζε να βγαίνει από τα έγκατα της ελληνικής γης.
Γεννημένη τον Αύγουστο του 1921 στα Χάλια (νεότερη ονομασία "Δροσιά") της Χαλκίδας, η Σωτηρία μεγάλωσε μέσα σε μια εύπορη οικογένεια, αλλά το πνεύμα της ήταν πολύ μεγάλο για να χωρέσει στα στενά όρια της επαρχίας. Από μικρή, ο παππούς της, που ήταν παπάς, την έπαιρνε μαζί του στην εκκλησία, όπου εκείνη «ρουφούσε» τους βυζαντινούς ήχους που αργότερα θα μεταμόρφωνε σε λαϊκό λυγμό.
Η νεότητά της σημαδεύτηκε από μια τραγωδία: ένας βίαιος γάμος την οδήγησε στην απόγνωση. Όταν ο σύζυγός της την χτύπησε ενώ ήταν έγκυος, εκείνη αμύνθηκε ρίχνοντάς του βιτριόλι. Το περιστατικό αυτό την οδήγησε στη φυλακή και χάραξε για πάντα τη μοίρα της: θα ήταν μια γυναίκα που δεν θα επέτρεπε ποτέ ξανά σε κανέναν να την ορίσει.
Την ημέρα που κηρύχθηκε ο πόλεμος του '40, η Σωτηρία έφτασε στην Αθήνα με μια βαλίτσα και ένα όνειρο. Δούλεψε ως σερβιτόρα, ως πλύστρα, ακόμα και ως πλανόδια πωλήτρια, μέχρι που το πεπρωμένο την έφερε μπροστά στον Βασίλη Τσιτσάνη. Εκείνος, ακούγοντάς την, κατάλαβε αμέσως πως είχε βρει τη «δωρική» φωνή που αναζητούσε.
Μαζί δημιούργησαν μερικά από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα του ρεμπέτικου. Η Μπέλλου δεν «τραγουδούσε» απλώς· εξιστορούσε τα βάσανα ενός ολόκληρου λαού. Με το τσιγάρο στο χέρι και το χαρακτηριστικό της κούρεμα, επέβαλε την παρουσία της σε ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον, κερδίζοντας τον σεβασμό με την αξιοπρέπειά της.
Η Μπέλλου δεν έμεινε θεατής της ιστορίας. Εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση, συνελήφθη, βασανίστηκε και φυλακίστηκε. Ακόμα και στα χρόνια του Εμφυλίου και των διώξεων, παρέμεινε πιστή στις ιδέες της, παρά το γεγονός ότι αυτό της κόστισε επαγγελματικά και προσωπικά. Ήταν η γυναίκα που δεν δίστασε να τα βάλει με τους «Χίτες» μέσα στα ίδια τα νυχτερινά κέντρα όπου τραγουδούσε, πληρώνοντας το τίμημα της ειλικρίνειάς της.
Μετά από μια περίοδο κάμψης, η Σωτηρία αναγεννήθηκε μέσα από τη συνεργασία της με τους νεότερους δημιουργούς. Ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Δήμος Μούτσης και ο Ηλίας Ανδριόπουλος είδαν στο πρόσωπό της τη ζωντανή ιστορία του τόπου. Τραγούδια όπως το «Δεν λες κουβέντα» και το «Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια» την έφεραν κοντά στη νέα γενιά, καθιστώντας την μια διαχρονική φιγούρα που ξεπερνούσε τα όρια του ρεμπέτικου.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της ήταν δύσκολα, σημαδεμένα από την απώλεια της φωνής της λόγω καρκίνου του λάρυγγα και από οικονομικές στενότητες. Όμως, η Σωτηρία Μπέλλου έφυγε τον Αύγουστο του 1997 όπως ακριβώς έζησε: με το κεφάλι ψηλά.
Άφησε πίσω της μια κληρονομιά που δεν μετριέται σε δίσκους, αλλά στην αίσθηση ότι η φωνή της είναι η ίδια η ψυχή της Ελλάδας – μια φωνή βαθιά, τραχιά, γεμάτη αλήθεια και ανυποταξία.