
Ο Γιάννης Παπαϊωάννου (1913–1972) υπήρξε μία από τις εμβληματικότερες μορφές του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, προικισμένος με μια σπάνια συνθετική φλέβα και μια απαράμιλλη δεξιοτεχνία στο μπουζούκι.
Γεννημένος στην Κίο της Μικράς Ασίας, βίωσε σε ηλικία μόλις εννέα ετών τη φρίκη της Καταστροφής και την προσφυγιά, φτάνοντας στην Ελλάδα με τη μητέρα και τη γιαγιά του. Μετά από μια σύντομη διαμονή στην Αίγινα, εγκαταστάθηκε μόνιμα στις προσφυγικές γειτονιές του Πειραιά. Πριν τον κερδίσει η μουσική, η ζωή του ήταν γεμάτη σκληρή δουλειά στις αποβάθρες και το λιμάνι, ενώ υπήρξε και ταλαντούχος ποδοσφαιριστής, αγωνιζόμενος ως τερματοφύλακας.
Η μοίρα του άλλαξε όταν άκουσε για πρώτη φορά τον ήχο του μπουζουκιού σε έναν δίσκο του Μάρκου Βαμβακάρη. Μαγεμένος από το όργανο, εγκατέλειψε τα πάντα για να αφοσιωθεί σε αυτό. Η ανέλιξή του ήταν ραγδαία. Μετά τον πόλεμο, ο Παπαϊωάννου έγινε ο «πρίγκιπας» της νυχτερινής Αθήνας, δημιουργώντας μερικά από τα πιο αγαπημένα τραγούδια που τραγουδιούνται μέχρι σήμερα, όπως το «Πέντε Έλληνες στον Άδη», το «Πριν το χάραμα», το «Άνοιξε γιατί δεν αντέχω» και το «Καπετάν Ανδρέα Ζέππο».
Χαρακτηρίστηκε από τους συναδέλφους του ως ο «Ψηλός» με την «χρυσή καρδιά». Ήταν ο άνθρωπος που στήριξε νέους καλλιτέχνες και διατήρησε μια απαράμιλλη σεμνότητα παρά την τεράστια επιτυχία του. Η μουσική του γεφύρωσε το παλιό πειραιώτικο ρεμπέτικο με το νεότερο αρχοντορεμπέτικο, προσδίδοντας μια γλυκύτητα και έναν λυρισμό που έκαναν το λαϊκό τραγούδι προσιτό σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.
Το νήμα της ζωής του κόπηκε απότομα τα ξημερώματα της 3ης Αυγούστου 1972, σε τροχαίο δυστύχημα στο Πέραμα, ενώ πήγαινε για το αγαπημένο του ψάρεμα. Ο θάνατός του προκάλεσε πανελλήνια συγκίνηση, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια πολιτιστική κληρονομιά και την εικόνα ενός αυθεντικού λαϊκού δημιουργού που έζησε όπως ακριβώς τραγούδησε: με πάθος, ντόμπρα και λεβεντιά.