
Ο Στελλάκης Περπινιάδης (1899-1977) υπήρξε ένας από τους θεμελιώδεις πυλώνες του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού, με μια διαδρομή που ταυτίστηκε με την ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα.
Γεννημένος στην Τήνο το 1899, πέρασε τα νεανικά του χρόνια στην Αλεξάνδρεια και την Κωνσταντινούπολη, όπου ήρθε σε επαφή με τις βυζαντινές μελωδίες και τους ανατολίτικους δρόμους. Η Μικρασιατική Καταστροφή τον έφερε πρόσφυγα στον Πειραιά το 1923, μια πόλη που έμελλε να γίνει το καλλιτεχνικό του ορμητήριο. Αν και ξεκίνησε ως ψάλτης, η καθαρή και μεστή φωνή του τον οδήγησε γρήγορα στα πάλκα και τη δισκογραφία.
Η πορεία του ξεκίνησε επίσημα το 1929, όταν ο συνθέτης Παναγιώτης Τούντας αναγνώρισε το σπάνιο μέταλλο της φωνής του. Ο Στελλάκης έγινε η «γέφυρα» μεταξύ του σμυρναίικου και του πειραιώτικου ρεμπέτικου. Ήταν ο αγαπημένος ερμηνευτής των μεγάλων δημιουργών: από τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Γιώργο Μπάτη, μέχρι τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Γιάννη Παπαϊωάννου.
Πέρα από την προσωπική του δισκογραφία, ο Περπινιάδης έμεινε στην ιστορία ως ο «βασιλιάς της δεύτερης φωνής». Με μια μοναδική ικανότητα να «στολίζει» τις φωνές των άλλων, βοήθησε πολλούς νέους τότε καλλιτέχνες να αναδειχθούν, ενώ η συμμετοχή του σε εκατοντάδες ηχογραφήσεις (περισσότερες από 400) τον κατέστησε έναν από τους πιο πολυγραφημένους τραγουδιστές της εποχής.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '30 και του '40, η φωνή του έντυσε εμβληματικά τραγούδια όπως το «Πριν το χάραμα», τη «Γάτα» και το «Εγώ θέλω πριγκηπέσσα». Παράλληλα, ο ίδιος ήταν δεινός κιθαρίστας, γεγονός που του επέτρεπε να ελέγχει πλήρως την ενορχήστρωση στα σχήματα που ηγείτο.
Η κληρονομιά του συνεχίστηκε μέσα από τον γιο του, Βαγγέλη Περπινιάδη, ο οποίος εξελίχθηκε επίσης σε σπουδαίο λαϊκό τραγουδιστή. Ο Στελλάκης Περπινιάδης παρέμεινε ενεργός και σεβαστός από όλους τους συναδέλφους του μέχρι το τέλος της ζωής του, τον Σεπτέμβριο του 1977, αφήνοντας πίσω του ένα δυσαναπλήρωτο κενό και μια φωνή που εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για την αυθεντική λαϊκή έκφραση.