Μαύρα μάτια μαύρα φρύδια
Κατσαρά μαύρα μαλλιά
Άσπρο πρόσωπο σαν κρίνος
Και στο μάγουλο ελιά
Τέτοια εμορφιά ποτές μου
Αχ! Τσαχπίνα μου γλυκιά
Δεν την έχω απαντήσει
Εις ετούτο το ντουνιά
Μαυρομάτα μου για 'σένα
Εκατάντησα τρελός
Θα πεθάνω δεν αντέχω
Έχω γίνει φθισικός
Πόνους έχω εγώ κρυμμένους
Μες στα φύλλα της καρδιάς
Με τα μάγκικά σου μάτια
Όταν φως μου με κοιτάς
Φαντάσου τον Πειραιά του 1936. Μέσα στην κάπνα των τεκέδων και τη βοή του λιμανιού, ο Μάρκος Βαμβακάρης είναι ήδη ο «Πατριάρχης» του ρεμπέτικου, αλλά η ζωή του παραμένει τόσο σκληρή όσο και οι στίχοι του.
Η ιστορία του τραγουδιού «Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια» δεν είναι απλώς ένας ύμνος στην ομορφιά, αλλά το αποτέλεσμα ενός άγριου έρωτα και μιας αιματηρής κόντρας.
Το Μήλον της Έριδος
Όλα ξεκίνησαν στη Δραπετσώνα, στα περιβόητα «Μπούρλα». Εκεί δούλευε μια πανέμορφη Κρητικιά, με πρόσωπο «άσπρο σαν κρίνο» και μια χαρακτηριστική ελιά στο μάγουλο. Ο Μάρκος την ερωτεύτηκε παράφορα, και η έλξη ήταν αμοιβαία. Όμως, η γυναίκα αυτή είχε γίνει εμμονή και για έναν άλλον ισχυρό άντρα της πειραιώτικης νύχτας: τον στιχουργό και μάγκα Νίκο Μάθεση, γνωστό και ως «Τρελάκια».
Η Σύγκρουση και το «Βγαλμένο Χέρι»
Ο Μάθεσης, τυφλωμένος από τη ζήλεια που η Κρητικιά προτιμούσε τον Μάρκο, δεν έμεινε στα λόγια. Έστησε καρτέρι στον Βαμβακάρη στην αγορά του Πειραιά. Η αναμέτρηση ήταν βίαιη. Ο Μάθεσης χτύπησε τον Μάρκο τόσο άσχημα με ένα ξύλο, που του εξάρθρωσε τον ώμο.
Για δέκα μέρες, ο Μάρκος υπέφερε από τους πόνους, ανήμπορος να πιάσει το μπουζούκι του. Όπως διηγήθηκε ο ίδιος αργότερα στην αυτοβιογραφία του, μέσα σε αυτόν τον πόνο –σωματικό και ψυχικό– γεννήθηκαν οι στίχοι. Το παράπονό του για τη γυναίκα που τον έκανε να «καταντήσει τρελός» και το δέος για την ομορφιά της μετατράπηκαν σε μουσική.
Στο Στούντιο: Ο «Καρούζο» και ο «Κεπούρα»
Όταν τελικά ο Μάρκος ανάρρωσε και μπήκε στο στούντιο το 1936, το τραγούδι ηχογραφήθηκε με μια σπάνια ορμή. Δίπλα του στο μικρόφωνο ήταν ο Κώστας Ρούκουνας. Στη μέση του τραγουδιού, μέσα στον ενθουσιασμό της ηχογράφησης, ακούγονται κάποιες ιστορικές ατάκες. Ο ένας φωνάζει στον άλλον:
«Γεια σου Μάρκο μου, Καρούζο!» (από τον διάσημο τενόρο Ενρίκο Καρούζο)
«Γεια σου Ρούκουνα, Κεπούρα!» (από τον Πολωνό τενόρο Γιαν Κεπούρα)
Ήταν ένας τρόπος να πουν, με τη μάγκικη αυτοπεποίθηση της εποχής, πως οι φωνές τους δεν είχαν να ζηλέψουν τίποτα από τους μεγάλους αστέρες της όπερας.
Η Κατακλείδα
Το «Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια» δεν είναι απλώς ένα ερωτικό τραγούδι. Είναι το αποτύπωμα μιας εποχής όπου ένας έρωτας μπορούσε να οδηγήσει στο νοσοκομείο, και ένας πόνος μπορούσε να γίνει αθάνατη τέχνη. Κάθε φορά που το ακούς, θυμήσου πως πίσω από το ρυθμό του κρύβεται η σκιά μιας όμορφης γυναίκας στη Δραπετσώνα και το πεισματάρικο πνεύμα ενός Μάρκου που δεν λύγισε ούτε από τα χτυπήματα.
Πρώτη εκτέλεση
Πραγματοποιήθηκε το 1936 με τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Κώστα Ρούκουνα (στο δίσκο Odeon GA 1959). Στην ηχογράφηση συμμετείχαν επίσης ο Στράτος Παγιουμτζής και ο Κώστας Σκαρβέλης.