Μία φούντωση, μια φλόγα
έχω μέσα στην καρδιά
(λες) και μάγια μου 'χεις κάνει
Φραγκοσυριανή γλυκιά
Θά 'ρθω να σε ανταμώσω
πάλι στην ακρογιαλιά
Θα ήθελα να με χορτάσεις
όλο χάδια και φιλιά
Θα σε πάρω να γυρίσω
Φοίνικα, Παρακοπή
Γαλησσά και Nτελαγκράτσ(ι)α
και ας μού 'ρθει συγκοπή
Στο Πατέλι, στο Nιχώρι
φίνα στην Αληθινή
και στο Πισκοπειό ρομάντζα
γλυκιά μου Φραγκοσυριανή
Η «Φραγκοσυριανή» αποτελεί ένα από τα εμβληματικότερα τραγούδια του ρεμπέτικου, το οποίο έγραψε και συνέθεσε ο Μάρκος Βαμβακάρης το 1935. Το τραγούδι γεννήθηκε από μια τυχαία συνάντηση στη Σύρο το καλοκαίρι του 1935, όταν ο Βαμβακάρης επέστρεψε στο νησί του για εμφανίσεις μετά από 20 χρόνια απουσίας.
Σύμφωνα με την αφήγηση του ίδιου, ενώ έπαιζε σε ένα παραλιακό μαγαζί, ο Μάρκος, που συνήθιζε να κοιτάζει χαμηλά λόγω συστολής, σήκωσε το κεφάλι του και είδε μια πανέμορφη κοπέλα με μαύρα μάτια στο κοινό. Η εικόνα της τον στοίχειωσε όλο το βράδυ. Έγραψε τους πρώτους στίχους πρόχειρα και ολοκλήρωσε το τραγούδι όταν επέστρεψε στον Πειραιά. Ο όρος «Φραγκοσυριανή» αναφέρεται στις Καθολικές γυναίκες της Σύρου (Φράγκος = Καθολικός). Ο Βαμβακάρης δεν έμαθε ποτέ το όνομα της κοπέλας, ούτε εκείνη έμαθε ποτέ ότι το τραγούδι γράφτηκε για εκείνη.
Το τραγούδι είναι γραμμένο σε ρυθμό χασάπικο και η πρώτη φωνογράφηση έγινε το 1935 με τον ίδιο τον δημιουργό στην ερμηνεία. Στους στίχους του, ο Βαμβακάρης κάνει μια λυρική περιήγηση στις περιοχές της Σύρου, αναφέροντας μέρη όπως το Πατέλι, το Νιχώρι, την Παρακοπή, την Ντελλαγράτσα, τον Φοίνικα και το Πισκοπειό.